
Του γεωπόνου Δημήτρη Λώλη
Τον τελευταίο καιρό γίνεται αρκετός θόρυβος για τον ρόλο των βοσκοτόπων στη χορήγηση της ενιαίας αποδεσμευμένης ενίσχυσης στους κτηνοτρόφους, μετά το 2013, μιας και τα ειδικά δικαιώματα που έχουν σήμερα αρκετοί κυρίως αιγοπροβατοτρόφοι μας, με την νέα ΚΑΠ θα πρέπει να μετατραπούν σε εκτατικά. Έτσι η δήλωση στο ΟΣΔΕ βοσκότοπου θα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την λήψη της ενιαίας αποδεσμευμένης ενίσχυσης (τσεκ). Δεν είναι γνωστό σήμερα αν στα πλαίσια της περιφερειοποίησης της ενιαίας ενίσχυσης, η αξία των δικαιωμάτων που θα στηρίζονται στους βοσκότοπους, θα είναι διαφορετική των αρόσιμων εκτάσεων ή αν θα συνδεθεί η αξία τους και με κάποια ελάχιστη πυκνότητα βόσκησης, πέραν αυτών που ισχύουν με την πολλαπλή συμμόρφωση.
Σημειώνουμε πάντως ότι και στον κανονισμό 73/2009 (τσεκ απ ΚΑΠ) υπάρχει διατύπωση τα κράτη μέλη να μεριμνούν, ώστε γη που ήταν μόνιμοι βοσκότοποι το 2003 να παραμείνει μόνιμος βοσκότοπος. Έτσι θεωρήσαμε σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη αναφορά για τον καθ’ όλα πολύτιμο αυτό πόρο για την κτηνοτροφία μας.
Οι βοσκότοποι, είναι τα συνήθως φυσικά οικοσυστήματα που καλύπτονται από ποώδη ή θαμνώδη βλάστηση και παράγουν βοσκήσιμη ύλη για τα αγροτικά και τα άγρια ζώα, ενώ παράλληλα μπορεί να έχουν και άλλες λειτουργίες.
Ορισμένες φορές χρησιμοποιείται ο γενικότερος όρος λιβάδια, που με βάση τη φυσιογνωμία, τη γενική εμφάνιση και τη σύνθεσή τους διαχωρίζονται σε τέσσερις κύριες κατηγορίες: τα ποολίβαδα, τα θαμνολίβαδα, τα δάση με ποώδη και τα δάση με θαμνώδη υπόροφο.
Κάθε κατηγορία μπορεί να χωριστεί σε τρεις υποκατηγορίες: στα πεδινά, στα ημιορεινά και στα ορεινά λιβάδια, σύμφωνα με το υψόμετρο στο οποίο βρίσκονται.
Στη Περιφερειακή Ενότητα (νομό) Λάρισας, σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών υπάρχουν 2.149.300 στρέμματα φυσικοί βοσκότοποι εκ των οποίων 153.000 στρ. πεδινοί και 1.996.300 στρ. ημιορεινοί και ορεινοί.
Τους βοσκότοπους αυτούς του νομού Λάρισας κάνουν κυρίως χρήση 850.000 αιγοπρόβατα, 40.000 βοοειδή κρεοπαραγωγής και χοιρινά ελεύθερης βοσκής καθώς και τα πάσης φύσης θηράματα.
Νομικός χαρακτήρας
Με βάση το άρθρο 3 του Ν.998/79 οι βοσκότοποι - λιβάδια της χώρας ανήκουν στις δασικές εκτάσεις, εκτός από τα χορτολίβαδα των πεδινών και λοφωδών εδαφών, που και αυτά εξακολουθούν να υπάγονται στις διατάξεις του ίδιου νόμου, εφόσον ως δημόσιες εκτάσεις δεν παραδόθηκαν στη διαχείριση της Γ. Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης. Δηλαδή από τις πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις δεν υπάγονται βασικά στις διατάξεις του νόμου 998/79 οι ιδιωτικές χορτολιβαδικές και οι δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις.
Οι περισσότερες ιδιωτικές χορτολιβαδικές εκτάσεις που προσφέρονταν για καλλιέργεια καλλιεργήθηκαν και οι κάτοχοί τους ασχολούνται σήμερα περισσότερο με τη φυτική παραγωγή.
Οι δημόσιες εποικιστικές διαχειρίζονται από την Δ/νση πολιτικής γης της περιφέρειας και χρησιμοποιούνται κυρίως σαν βοσκότοποι.
Αρκετές βοσκήσιμες χορτολιβαδικές εκτάσεις έχουν παραχωρηθεί στους δήμους που έχουν το δικαίωμα της χρήσης τους για άσκηση της βόσκησης. Πρέπει πάντως να επισημάνουμε πάντως, ένα πολύμορφο ιδιοκτησιακό καθεστώς των βοσκοτόπων. Οι δε ασχεδίαστες κατά περιόδους παραχωρήσεις λιβαδικών-βοσκήσιμων εκτάσεων και οι ανεμπόδιστες καταπατήσεις οδήγησαν στη δημιουργία ενός μωσαϊκού ιδιοκτησίας μέσα σ’αυτές.
Η μορφή αυτή ιδιοκτησίας των βοσκοτόπων αποτελεί και σήμερα σοβαρό εμπόδιο στην εφαρμογή ενός ενιαίου ορθολογικού σχεδιασμού της διαχείρισής τους. Κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες νομοθετικής ρύθμισης θεμάτων χρήσης και εκμετάλλευσης των βοσκοτόπων. Ο τελευταίος πιο ολοκληρωμένος ίσως, νόμος σχετικός με τη διαχείριση των βοσκοτόπων είναι ο Ν.1734/87, ο οποίος προβλέπει μεταξύ των άλλων την οριοθέτηση των βοσκοτόπων.
Η εφαρμογή του νόμου αυτού ανεστάλη τελικά σε αρκετά σημεία του, μετά την απόφαση 664/1990 του Α` τμήματος του συμβουλίου της επικρατείας η οποία έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων του 1,2,3 και 6 αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 και 17 παρ.3 του συντάγματος.
Χρησιμότητα των βοσκοτόπων
Οι βοσκότοποι είναι ένας ανεκτίμητος πόρος για την κτηνοτροφία μας, συμβάλλοντας καταλυτικά στη μείωση του κόστους παραγωγής.
Σημειώνουμε ότι η διατροφή των ζώων είναι ο κυριότερος παράγοντας που διαμορφώνει το κόστος παραγωγής ζωικών προϊόντων διότι συμμετέχει σ’αυτό σε ποσοστό περίπου 60%.
Στην περιοχή μας η συμβολή της απευθείας βοσκόμενης τροφής συμμετέχει με ποσοστό 35-60% για τα αιγοπρόβατα και τις αγελάδες ελεύθερης βοσκής. Τα παραπάνω ποσοστά είναι σαφώς μικρότερα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τις Η.Π.Α. κ.ά. Περιττό να αναφέρουμε ότι τα ζώα με τη χρήση βοσκής έχουν καλύτερη υγεία και μικρότερες ανάγκες κτηνιατρικής στήριξης.
Η βόσκηση στο νομό μας και όχι μόνο, γίνεται κατά κανόνα με ένα κοινόχρηστο σύστημα, χωρίς περιορισμούς για τον αριθμό των ζώων και τη διάρκεια βόσκησης. Βασικό ρόλο στη βόσκηση παίζουν οι παραδοσιακές συνήθειες των κτηνοτρόφων και το εθιμικό δίκαιο.
Η παραγωγή βοσκής είναι συνάρτηση του βιολογικού κύκλου των φυτών και των καιρικών συνθηκών. Τη μεγαλύτερη παραγωγή έχουμε την άνοιξη μέχρι την αρχή του καλοκαιριού, ενώ τον χειμώνα η παραγωγή είναι πολύ μικρή. Έτσι οι κτηνοτρόφοι μας τους χειμερινούς μήνες είναι αναγκασμένοι να χορηγούν συγκομιζόμενες ζωοτροφές.
Φαίνεται ότι περιοδικά έχουμε υπερβόσκηση ορισμένων βοσκοτόπων ή βόσκηση σε ακατάλληλη εποχή, ενώ σε μερικούς βοσκότοπους παρουσιάστηκαν προβλήματα από την υποβόσκηση τους.
Σημειώνουμε εδώ ότι εκτός από τα αγροτικά ζώα στα λιβάδια βόσκουν τα θηραματικά ζώα και οι μέλισσες.
Πέραν της μεγάλης σημασίας που έχουν τα λιβάδια σαν βοσκότοποι, παρέχουν επίσης πολλαπλές υπηρεσίες στο περιβάλλον με βελτίωση της ποιότητας του αέρα, την υδρολογική ισορροπία, με την συγκράτηση του νερού της βροχής, την αντιδιαβρωτική προστασία που παίζει η βλάστηση ιδιαίτερα στα ορεινά και επικλινή εδάφη, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας τόσο της χλωρίδας όσο και της πανίδας. Τέλος δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τη συμβολή των λιβαδιών στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου, τον οικοτουρισμό και την αναψυχή. Τις περισσότερες φορές λιβάδια ή και βοσκόμενα δάση αποτελούν το περιαστικό πράσινο των περισσοτέρων οικισμών του νομού μας.
Τα 5 προβλήματα των βοσκοτόπων
Ας εξετάσουμε τώρα τα 5 πιο σοβαρά προβλήματα των βοσκοτόπων που είναι τα παρακάτω:
-Αλόγιστη χρήση
Ένα σοβαρό πρόβλημα που παρουσιάζεται στους βοσκότοπους είναι αυτό της βόσκησης από υπεράριθμα ζώα. Ειδικότερα όταν εξαφανίζεται το πλήρες φυτοκάλυμμα, ώστε να προκαλείται επιφανειακή ή χαραδρωτική διάβρωση του εδάφους. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια με την συστηματική χρήση συγκομιζόμενων ζωοτροφών από τους κτηνοτρόφους μας το φαινόμενο έχει περιοριστεί.
-Πυρκαγιές
Άλλο μεγάλο πρόβλημα των βοσκοτόπων είναι οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές. Τεράστιες εκτάσεις καίγονται κάθε χρόνο με μεγάλες επιπτώσεις στο οικοσύστημα. Μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα, όταν έχουμε επικλινή εδάφη και υπερβόσκηση μετά την πυρκαγιά, δεδομένου ότι το έδαφος παραμένει γυμνό και ακολουθεί η διάβρωση του. Δεν είναι λίγα τα σκελετικά λιβάδια της χώρας μας. Λέγοντας σκελετικά εννοούμε τα λιβάδια που έχει απομακρυνθεί το γόνιμο επιφανειακό έδαφος και φαίνεται σε μεγάλο ποσοστό το μητρικό πέτρωμα.
Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω ότι φτωχαίνουμε όλοι μας με κάθε εκατοστό από το επιφανειακό έδαφος που χάνεται, τόσο από τα βοσκοτόπια, όσο και από τις δασικές και τις γεωργικές εκτάσεις.
-Εκχερσώσεις - Καταπατήσεις
Ένα τρίτο σημαντικό πρόβλημα των βοσκοτόπων είναι οι εκχερσώσεις και οι καταπατήσεις. Εκχερσώσεις βοσκοτόπων γίνονται πολλές φορές για την ικανοποίηση αιτήματος ακτημόνων με τη γεωργοποίηση των βοσκοτόπων και μάλιστα των πιο παραγωγικών κομματιών τους.
Εκχερσώσεις πολλές φορές γίνονται και από παρακείμενους καλλιεργητές, συνέπεια μιας κακής νοοτροπίας, έλλειψης κτηματολογικών στοιχείων, μηχανισμών επιβολής κυρώσεων και της ανάλογης προς τούτο βούλησης των τοπικών αρχών.
Με τις εκχερσώσεις, φυσικά οικοσυστήματα αντικαθίστανται με γεωργικά με όλες τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ στενεύει ακόμη περισσότερο η βοσκήσιμη έκταση.
Εδώ θέλω να επισημάνω και την καθ’όλα αρνητική πρακτική να επεκτείνεται η καλλιέργεια μέχρι και τις κοίτες φυσικών ρεμάτων. Τα φυσικά ρέματα είναι πολύτιμοι μικροβιότοποι και με τη βλάστηση τους συγκρατούν ένα μέρος των νιτρικών και άλλων αλάτων που ξεπλένονται από τις παρακείμενες καλλιέργειες.
-Ρίψη μπαζών και σκουπιδιών
Έχουμε να κάνουμε με ένα λυπηρό φαινόμενο, όπου κάθε σημείο ενός βοσκότοπου, μιας ρεματιάς, μπορεί να αποτελέσει σημείο ρίψης μπαζών, σκουπιδιών ή κοπριάς. Το πρόβλημα είναι τεράστιας σημασίας, όταν κάθε χρόνο γονιμότατα εδάφη ή οικολογικά ευαίσθητες περιοχές αχρηστεύονται με την ρίψη μπαζών και σκουπιδιών. Δεν πιστεύω ότι θα βρούμε κάποια δικαιολογία προς τις μελλοντικές γενιές για την ζημιά που γίνεται.
Χρειάζονται να μπουν κανόνες που να τους εφαρμόζουμε. Τα μπάζα να κατευθύνονται σε περιοχές παλιών λατομικών εργασιών. Σε επίπεδο μεγάλων ίσως Δήμων θα πρέπει να ενισχυθεί η ίδρυση μονάδων επεξεργασίας μπαζών για παραλαβή αδρανών υλικών για οδοστρωσία, πράγμα που θα περιορίσει και την εξόρυξη αδρανών υλικών, που συνήθως γίνεται σε βάρος των λιβαδιών και του τοπίου.
- Υποβόσκηση
Στα Μεσογειακά οικοσυστήματα, όπου η παραγωγή βιομάζας είναι πολλές φορές μεγαλύτερη από αυτή που αφομοιώνεται, η έλλειψη βόσκησης ή η υποβόσκηση αποτελεί πρόβλημα και τα συστήματα γίνονται πολύ ευάλωτα στις πυρκαγιές. Το πρόβλημα είναι αρκετά έντονο σε περιοχές της χώρας μας που έχει μειωθεί πολύ η κτηνοτροφία.
Έτσι λοιπόν, μπαίνουν κατ’ αρχάς, τα ζητήματα της απλούστευσης του ιδιοκτησιακού – νομικού χαρακτήρα των βοσκοτόπων, στα πλαίσια και των νέων (Καλλικρατικών) Δήμων, ώστε να μη διαχέεται και η ευθύνη για τις καταπατήσεις κ.λ.π. και να μπορεί να γίνει μια καλύτερη διαχείριση τους. Εδώ χρειάζονται πρωτοβουλίες και από τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, των γεωτεχνικών και των κτηνοτρόφων.
Πιστεύω επίσης, ότι στα πλαίσια των νέων Δήμων και των νέων αρμοδιοτήτων τους για την αγροτική ανάπτυξη, ειδικά από το 2013, θα πρέπει να αναζητηθεί και η βελτίωση και ολοκληρωμένη διαχείριση των βοσκοτόπων με στόχο την αύξηση της βοσκήσιμης ύλης και του περιβαλλοντικού τους ρόλου.
Οι γεωτεχνικές υπηρεσίες, μαζί με τους κτηνοτρόφους και τις τοπικές κοινωνίες μπορούν να καταγράψουν και να μελετήσουν τους βοσκότοπους και να κάνουν σχέδια βελτίωσης και διαχείρισης τους, προς όφελος της κτηνοτροφίας και του περιβάλλοντος.
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ


















